Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to assuage
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
assuage
γ΄ ενικό πρόσωπο
assuages
ενεστώτα μετοχή
assuaging
απλός αόριστος
assuaged
παθητική μετοχή
assuaged
Παραδείγματα
She tried to assuage his fears by reassuring him that everything would be alright.
Προσπάθησε να κατευνάσει τους φόβους του διαβεβαιώνοντάς τον ότι όλα θα πήγαιναν καλά.
02
καταπραΰνω, ικανοποιώ
to satisfy the feeling of thirst or hunger
επίσημο
Παραδείγματα
The cold water helped to assuage his thirst after the long hike.
Το κρύο νερό βοήθησε να καταπραΰνει τη δίψα του μετά τη μεγάλη πεζοπορία.
Λεξικό Δέντρο
assuagement
assuage



























