Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to assuage
Παραδείγματα
Offering to help with the project helped assuage her guilt for missing the deadline.
Η προσφορά βοήθειας στο έργο βοήθησε να κατευνάσει την ενοχή της για την απώλεια της προθεσμίας.
02
καταπραΰνω, ικανοποιώ
to satisfy the feeling of thirst or hunger
Λεξικό Δέντρο
assuagement
assuage



























