Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
allegedly
01
υποτίθεται, φασμένως
used to say that something is the case without providing any proof
Παραδείγματα
The employee allegedly leaked confidential information to the media.
Ο υπάλληλος φαίνεται να διέρρευσε εμπιστευτικές πληροφορίες στα μέσα ενημέρωσης.
Λεξικό Δέντρο
allegedly
alleged
allege



























