Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
allegedly
01
υποτίθεται, φασμένως
used to say that something is the case without providing any proof
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
The suspect allegedly stole valuable items from the store.
Ο ύποπτος φαίνεται να έκλεψε πολύτιμα αντικείμενα από το κατάστημα.
Λεξικό Δέντρο
allegedly
alleged
allege



























