Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
allegorical
01
αλληγορικός, συμβολικός
(of a story, play, image, etc.) using characters or events in a symbolic sense that represent a concept, quality, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
literature, art, symbolism
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
allegorically
allegorical



























