to allege
a
ə
ē
llege
ˈlɛʤ
lej
allele

Ορισμός και σημασία του "allege"στα αγγλικά

to allege
01

ισχυρίζομαι, αποκαλώ χωρίς αποδείξεις

to say something is the case without providing proof for it 
Transitive: to allege that | to allege sth
to allege definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
allege
γ΄ ενικό πρόσωπο
alleges
ενεστώτα μετοχή
alleging
απλός αόριστος
alleged
παθητική μετοχή
alleged
Παραδείγματα
Parents of the student allege that the school did not take the bullying complaints seriously. 

Οι γονείς του μαθητή ισχυρίζονται ότι το σχολείο δεν πήρε στα σοβαρά τις καταγγελίες για εκφοβισμό.

Λεξικό Δέντρο

alleged
allegement
allege
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store