Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to allege
01
ισχυρίζομαι, αποκαλώ χωρίς αποδείξεις
to say something is the case without providing proof for it
Transitive: to allege that | to allege sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
allege
γ΄ ενικό πρόσωπο
alleges
ενεστώτα μετοχή
alleging
απλός αόριστος
alleged
παθητική μετοχή
alleged
Παραδείγματα
The witness decided to allege that he had seen the suspect near the crime scene, but there was no concrete evidence.
Ο μάρτυρας αποφάσισε να ισχυριστεί ότι είδε τον ύποπτο κοντά στη σκηνή του εγκλήματος, αλλά δεν υπήρχαν συγκεκριμένες αποδείξεις.
Λεξικό Δέντρο
alleged
allegement
allege



























