allege
a
ə
α
llege
ˈlɛʤ
λετζ
/əˈlɛdʒ/

Ορισμός και σημασία του "allege"στα αγγλικά

to allege
01

ισχυρίζομαι, αποκαλώ χωρίς αποδείξεις

to say something is the case without providing proof for it
Transitive: to allege that | to allege sth
to allege definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
allege
γ΄ ενικό πρόσωπο
alleges
ενεστώτα μετοχή
alleging
απλός αόριστος
alleged
παθητική μετοχή
alleged
Παραδείγματα
The witness decided to allege that he had seen the suspect near the crime scene, but there was no concrete evidence.
Ο μάρτυρας αποφάσισε να ισχυριστεί ότι είδε τον ύποπτο κοντά στη σκηνή του εγκλήματος, αλλά δεν υπήρχαν συγκεκριμένες αποδείξεις.

Λεξικό Δέντρο

alleged
allegement
allege
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store