Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ding
01
αποτύπωμα, σήμα
an impression in a surface (as made by a blow)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dings
02
ηχός κουδουνίσματος, κουδούνισμα
a ringing sound
to ding
01
χτυπώ, κουδουνίζω
go `ding dong', like a bell
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ding
γ΄ ενικό πρόσωπο
dings
ενεστώτα μετοχή
dinging
απλός αόριστος
dinged
παθητική μετοχή
dinged
02
γρατζουνίζω, προκαλώ ελαφριά ζημιά
to cause slight damage to something, typically by hitting or striking it
Παραδείγματα
Be careful not to ding the door when you bring in the groceries later.
Πρόσεχε να μην γρατζουνίσεις την πόρτα όταν φέρνεις τα ψώνια αργότερα.



























