diminutive
di
di
mi
ˈmɪ
mi
nu
njʊ
nyoo
tive
tɪv
tiv

Ορισμός και σημασία του "diminutive"στα αγγλικά

diminutive
01

μικροσκοπικός, μικρούτσικος

much smaller than what is normal 
diminutive definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most diminutive
συγκριτικός βαθμός
more diminutive
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
size, appearance, scale
Παραδείγματα
The diminutive kitten curled up in the corner, its tiny frame emitting soft purrs. 

Το μικροσκοπικό γατάκι κουλουριάστηκε στη γωνία, το μικρό του σώμα εκπέμπει απαλούς γουργουρισμούς.

02

υποκοριστικός, μικρός

(of a name, suffix, or grammatical form) indicating smallness or a lesser degree, often used to convey affection 
Παραδείγματα
The diminutive form "duckling" uses the suffix "-ling" to denote a young or small duck. 

Η υποκοριστική μορφή "duckling" χρησιμοποιεί το επίθημα "-ling" για να δηλώσει ένα νεαρό ή μικρό πάπια.

01

υποκοριστικό, στοργική λέξη

a word form or affix that is added to a base word to express smallness, endearment, or a sense of familiarity 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
diminutives
Παραδείγματα
The word duckling is a diminutive of duck. 

Η λέξη « παπάκι » είναι υποκοριστικό της λέξης « πάπια ».

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

diminutiveness
diminutive
diminish
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store