Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
diminutive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most diminutive
συγκριτικός βαθμός
more diminutive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The diminutive kitten curled up in the corner, its tiny frame emitting soft purrs.
Το μικροσκοπικό γατάκι κουλουριάστηκε στη γωνία, το μικρό του σώμα εκπέμπει απαλούς γουργουρισμούς.
02
υποκοριστικός, μικρός
(of a name, suffix, or grammatical form) indicating smallness or a lesser degree, often used to convey affection
Παραδείγματα
The diminutive form "duckling" uses the suffix "-ling" to denote a young or small duck.
Η υποκοριστική μορφή "duckling" χρησιμοποιεί το επίθημα "-ling" για να δηλώσει ένα νεαρό ή μικρό πάπια.
Diminutive
01
υποκοριστικό, στοργική λέξη
a word form or affix that is added to a base word to express smallness, endearment, or a sense of familiarity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
diminutives
Παραδείγματα
The word “duckling” is a diminutive of “duck.”
Η λέξη « παπάκι » είναι υποκοριστικό της λέξης « πάπια ».
Λεξικό Δέντρο
diminutiveness
diminutive
diminish



























