Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Diminishment
01
μείωση, ελάττωση
the act or process of making something smaller, less significant, or reducing its extent, impact, or importance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
diminishments
Παραδείγματα
The diminishment of the forest's area alarmed environmentalists.
Η μείωση της έκτασης του δάσους ανησύχησε τους περιβαλλοντολόγους.
Λεξικό Δέντρο
diminishment
diminish



























