Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Diminishment
01
μείωση, ελάττωση
the act or process of making something smaller, less significant, or reducing its extent, impact, or importance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The diminishment of his role in the project left him frustrated.
Η μείωση του ρόλου του στο έργο τον άφησε απογοητευμένο.
Λεξικό Δέντρο
diminishment
diminish



























