Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
diminished
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most diminished
συγκριτικός βαθμός
more diminished
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
size, health, anatomy
Παραδείγματα
The patient had a diminished liver size due to chronic disease.
Ο ασθενής είχε μειωμένο μέγεθος ήπατος λόγω χρόνιας νόσου.
02
μειωμένος, ελαττωμένος
made smaller in amount or intensity
Παραδείγματα
The diminished light from the setting sun created a softer, more tranquil atmosphere in the room.
Το μειωμένο φως από τον ηλιοβασίλεμα δημιούργησε μια πιο απαλή, πιο γαλήνια ατμόσφαιρα στο δωμάτιο.
03
μειωμένος, ελαττωμένος
refering to a chord or interval that is reduced in size or intensity, typically by a half step, creating a tense or dissonant sound
Παραδείγματα
The song's climax featured a diminished chord, adding a sense of dramatic tension to the piece.
Το αποκορύφωμα του τραγουδιού περιελάμβανε μια μειωμένη χορδή, προσθέτοντας μια αίσθηση δραματικής έντασης στο κομμάτι.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
undiminished
diminished
diminish



























