Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
weakened
01
αποδυναμωμένος, μειωμένος
impaired by diminution
02
αποδυναμωμένος, κατεστραμμένος
damaged; used of inanimate objects or their value
Παραδείγματα
His weakened grip on the memories of his childhood left him feeling nostalgic.
Η εξασθενημένη του λαβή πάνω στις αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας τον άφησε να νιώθει νοσταλγία.
04
αποδυναμωμένος, αραιωμένος
mixed with water
Παραδείγματα
The weakened resolve of the team was evident after several failed attempts at solving the problem.
Η αποδυναμωμένη αποφασιστικότητα της ομάδας ήταν εμφανής μετά από αρκετές αποτυχημένες προσπάθειες επίλυσης του προβλήματος.
Λεξικό Δέντρο
weakened
weaken



























