weakened
wea
ˈwi:
vi
kened
kənd
kēnd
weaponed

Ορισμός και σημασία του "weakened"στα αγγλικά

01

αποδυναμωμένος, μειωμένος

impaired by diminution 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most weakened
συγκριτικός βαθμός
more weakened
διαβαθμίσιμο
02

αποδυναμωμένος, κατεστραμμένος

damaged; used of inanimate objects or their value 
03

αποδυναμωμένος, μειωμένος

decreased in strength or intensity over time 
Παραδείγματα
The weakened enthusiasm for the project was evident as deadlines approached. 

Ο εξασθενημένος ενθουσιασμός για το έργο ήταν εμφανής καθώς πλησίαζαν οι προθεσμίες.

04

αποδυναμωμένος, αραιωμένος

mixed with water 
05

αποδυναμωμένος, μειωμένος

reduced in strength or vitality 
Παραδείγματα
The weakened immune system made the patient more susceptible to infections. 

Το εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα έκανε τον ασθενή πιο ευάλωτο σε λοιμώξεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store