Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
weakened
01
αποδυναμωμένος, μειωμένος
impaired by diminution
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most weakened
συγκριτικός βαθμός
more weakened
διαβαθμίσιμο
02
αποδυναμωμένος, κατεστραμμένος
damaged; used of inanimate objects or their value
Παραδείγματα
The weakened enthusiasm for the project was evident as deadlines approached.
Ο εξασθενημένος ενθουσιασμός για το έργο ήταν εμφανής καθώς πλησίαζαν οι προθεσμίες.
04
αποδυναμωμένος, αραιωμένος
mixed with water
Παραδείγματα
The weakened immune system made the patient more susceptible to infections.
Το εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα έκανε τον ασθενή πιο ευάλωτο σε λοιμώξεις.
Λεξικό Δέντρο
weakened
weaken



























