Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to diminish
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
diminish
γ΄ ενικό πρόσωπο
diminishes
ενεστώτα μετοχή
diminishing
απλός αόριστος
diminished
παθητική μετοχή
diminished
Παραδείγματα
The effects of the medication gradually diminish over time.
Τα αποτελέσματα του φαρμάκου μειώνονται σταδιακά με το πέρασμα του χρόνου.
02
μειώνω, ελαττώνω
to lessen the perceived value, significance, or importance of someone or something
Transitive: to diminish sb/sth
Παραδείγματα
The company's unethical practices have diminished its reputation in the industry and among consumers.
Οι ανήθικες πρακτικές της εταιρείας έχουν μειώσει τη φήμη της στον κλάδο και στους καταναλωτές.
03
μειώνομαι, χάνω σε σημασία
to become less significant or decrease in importance over time
Intransitive
Παραδείγματα
As the years went by, the historical significance of the event began to diminish.
Καθώς περνούσαν τα χρόνια, η ιστορική σημασία της εκδήλωσης άρχισε να μειώνεται.
Λεξικό Δέντρο
diminished
diminishing
diminishment
diminish



























