Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
despondent
01
αποκαρδιωμένος, αθυμος
feeling hopeless, discouraged, or in low spirits, often due to a sense of failure or loss
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most despondent
συγκριτικός βαθμός
more despondent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She became despondent after receiving the rejection letter from her dream university.
Έγινε απογοητευμένη αφού έλαβε την επιστολή απόρριψης από το πανεπιστήμιο των ονείρων της.
Λεξικό Δέντρο
despondently
despondent
despond



























