Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to desiccate
01
αφυδατώνω, ξεραίνω
to preserve something, like food, by ridding it of all its moisture
Παραδείγματα
To keep the seeds viable, he desiccated them before storing them in a cool place.
Για να διατηρήσει τους σπόρους βιώσιμους, τους αφύγρανε πριν τους αποθηκεύσει σε ένα δροσερό μέρος.
02
αφυδατώνω, χάνω την υγρασία
to lose moisture and become dried up
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
desiccate
γ΄ ενικό πρόσωπο
desiccates
ενεστώτα μετοχή
desiccating
απλός αόριστος
desiccated
παθητική μετοχή
desiccated
Παραδείγματα
The old leaves had desiccated over time, crumbling into dust when touched.
Τα παλιά φύλλα είχαν αποξηρανθεί με το πέρασμα του χρόνου, θρυμματίζοντας σε σκόνη όταν τα άγγιζαν.
03
αφυδατώνω, ξεραίνω
to make thoroughly dry
Παραδείγματα
Prolonged exposure to air can desiccate delicate plant specimens.
Η παρατεταμένη έκθεση στον αέρα μπορεί να αφυδατώσει ευαίσθητα δείγματα φυτών.
desiccate
01
αποξηραμένος, χωρίς ζωή
lacking energy, passion, or liveliness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most desiccate
συγκριτικός βαθμός
more desiccate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The office atmosphere was desiccate, with no trace of enthusiasm.
Η ατμόσφαιρα του γραφείου ήταν ξεραμένη, χωρίς ίχνος ενθουσιασμού.
Λεξικό Δέντρο
desiccated
desiccation
desiccate



























