desiccated
de
ˈdɛ
ντε
si
σι
cca
keɪ
κει
ted
tɪd
τιντ

Ορισμός και σημασία του "desiccated"στα αγγλικά

desiccated
01

αποξηραμένος, αφυδατωμένος

treated or preserved by removing moisture 
desiccated definition and meaning
Παραδείγματα
The desiccated herbs were sealed in airtight containers to ensure their long-term preservation. 

Τα αποξηραμένα βότανα σφραγίστηκαν σε αεροστεγή δοχεία για να διασφαλιστεί η μακροπρόθεσμη διατήρησή τους.

02

αποξηραμένος, αφυδατωμένος

thoroughly dried out 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most desiccated
συγκριτικός βαθμός
more desiccated
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
state, materials, food
03

αποξηραμένος, άψυχος

lacking vitality or spirit; lifeless 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

desiccated
desiccate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store