Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to desert
01
εγκαταλείπω, παρατώ
to abandon a person or an organization when they are in need or at a critical moment
Transitive: to desert sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
desert
γ΄ ενικό πρόσωπο
deserts
ενεστώτα μετοχή
deserting
απλός αόριστος
deserted
παθητική μετοχή
deserted
Παραδείγματα
She felt utterly betrayed when her closest colleagues deserted her in the midst of the company's crisis.
Ένιωσε εντελώς προδομένη όταν οι πιο κοντινοί της συνάδελφοι την εγκατέλειψαν στη μέση της κρίσης της εταιρείας.
02
λιποτακτώ, εγκαταλείπω
to leave the army, navy, etc. without permission or without fulfilling one's obligations
Transitive: to desert a military duty
Παραδείγματα
Many soldiers deserted their posts during the war, seeking safety elsewhere.
03
εγκαταλείπω, αποχωρώ
to abandon or leave a place, typically suddenly or without intending to return
Transitive: to desert a place
Παραδείγματα
The once bustling town was deserted after the gold rush ended.
Η κάποτε πολυσύχναστη πόλη εγκαταλείφθηκε μετά το τέλος της ευφορίας του χρυσού.
Desert
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
deserts
Παραδείγματα
At night, the desert can become very cold.
Τη νύχτα, η έρημος μπορεί να γίνει πολύ κρύα.
02
άξιος, ανταμοιβή
a person's deserved or earned reward or punishment
Παραδείγματα
He received his just desert for years of hard work.
Έλαβε το αξιόλογο για χρόνια σκληρής δουλειάς.
Λεξικό Δέντρο
deserted
desertion
desert



























