Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Desegregation
01
κατάργηση του διαχωρισμού, ενσωμάτωση
the act or process of putting an end to the separation of people based on religion, race or gender in a society or institution
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
desegregations
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
desegregation
segregation
segregate
segreg



























