Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
depressed
01
κατεθλημένος, μελαγχολικός
feeling very unhappy and having no hope
Παραδείγματα
She felt depressed after receiving the disappointing news.
Ένιωσε κατεστραμμένη μετά τη λήψη της απογοητευτικής είδησης.
02
κατεσταλμένος, σε ύφεση
experiencing low activity, growth, or income, often due to recession or long-term decline
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most depressed
συγκριτικός βαθμός
more depressed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The region remains economically depressed with high unemployment.
Η περιοχή παραμένει οικονομικά καταπιεσμένη με υψηλή ανεργία.
03
χαμηλωμένος, συμπιεσμένος
having a part of an object pushed down or lowered below the surrounding surface
Παραδείγματα
The hammer left a depressed mark in the wood.
Το σφυρί άφησε ένα βαθύ σημάδι στο ξύλο.
Λεξικό Δέντρο
depressed
depress



























