Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Depreciation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
depreciations
Παραδείγματα
The depreciation of the currency has led to an increase in the cost of imported goods.
Η υποτίμηση του νομίσματος οδήγησε σε αύξηση του κόστους των εισαγόμενων αγαθών.
1.1
απόσβεση, υποτίμηση
the decline in an asset's value caused by wear, age, or obsolescence
Παραδείγματα
The company recorded depreciation on its machinery each year.
Η εταιρεία κατέγραψε την απόσβεση των μηχανημάτων της κάθε χρόνο.
02
αποτίμηση, υποτίμηση
a remark or action that diminishes the worth, importance, or reputation of someone or something
Παραδείγματα
Her comment was intended as a depreciation of his achievements.
Το σχόλιό της είχε ως σκοπό να είναι μια υποτίμηση των επιτευγμάτων του.
Λεξικό Δέντρο
depreciation
depreciate
deprecate
deprec



























