Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Depreciation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Economic uncertainty has resulted in the depreciation of stock prices across various sectors.
Η οικονομική αβεβαιότητα έχει οδηγήσει σε αποτίμηση των τιμών των μετοχών σε διάφορους τομείς.
1.1
απόσβεση, υποτίμηση
the decline in an asset's value caused by wear, age, or obsolescence
Παραδείγματα
Depreciation of computers occurs quickly in fast-changing industries.
Η απόσβεση των υπολογιστών συμβαίνει γρήγορα σε βιομηχανίες ταχείας αλλαγής.
02
αποτίμηση, υποτίμηση
a remark or action that diminishes the worth, importance, or reputation of someone or something
Παραδείγματα
The article 's depreciation of the author's work was unfair.
Η υποτίμηση του έργου του συγγραφέα στο άρθρο ήταν άδικη.
Λεξικό Δέντρο
depreciation
depreciate
deprecate
deprec



























