Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Deluge
01
κατακλυσμός, νερόλακκος
a sudden and heavy rainfall
Παραδείγματα
The deluge caused flash flooding throughout the city, overwhelming the drainage systems and submerging streets.
Ο κατακλυσμός προκάλεσε ξαφνικές πλημμύρες σε όλη την πόλη, κατακλύζοντας τα συστήματα αποχέτευσης και βυθίζοντας τους δρόμους.
Παραδείγματα
The river burst its banks, causing a deluge across the valley.
Ο ποταμός ξέσπασε από τις όχθες του, προκαλώντας ένα πλημμύρισμα σε όλη την κοιλάδα.
03
κατακλυσμός, χείμαρρος
an overwhelming quantity of something, especially information, work, or emotion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
deluges
Παραδείγματα
The company received a deluge of complaints after the product recall.
Η εταιρεία έλαβε ένα χείμαρρο παραπόνων μετά την ανάκληση του προϊόντος.
to deluge
01
πλημμυρίζω, κατακλύζω
to flood or cover completely with water
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
deluge
γ΄ ενικό πρόσωπο
deluges
ενεστώτα μετοχή
deluging
απλός αόριστος
deluged
παθητική μετοχή
deluged
Παραδείγματα
The storm deluged the streets, leaving cars stranded.
Η καταιγίδα πλημμύρισε τους δρόμους, αφήνοντας τα αυτοκίνητα ακινητοποιημένα.
02
πλημμυρίζω, κατακλύζω
to overwhelm someone or something with an excessive amount of tasks, messages, or demands
Παραδείγματα
The help desk was deluged with support requests after the outage.
Το help desk πλημμύρισε με αιτήματα υποστήριξης μετά τη διακοπή.



























