Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Deluge
01
κατακλυσμός, νερόλακκος
a sudden and heavy rainfall
Παραδείγματα
The weather forecast warned of an approaching deluge, urging residents to prepare for potential flooding and power outages.
Ο καιρός προειδοποίησε για μια επερχόμενη κατακλυσμική βροχή, προτρέποντας τους κατοίκους να προετοιμαστούν για πιθανές πλημμύρες και διακοπές ρεύματος.
Παραδείγματα
Satellite images showed the extent of the deluge across the floodplain.
Οι δορυφορικές εικόνες έδειξαν την έκταση του πλημμυρισμού σε όλη την πλημμυρική πεδιάδα.
03
κατακλυσμός, χείμαρρος
an overwhelming quantity of something, especially information, work, or emotion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
deluges
Παραδείγματα
After the scandal, the politician struggled to manage the deluge of criticism.
Μετά το σκάνδαλο, ο πολιτικός αγωνίστηκε να διαχειριστεί τον κατακλυσμό των κριτικών.
to deluge
01
πλημμυρίζω, κατακλύζω
to flood or cover completely with water
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
deluge
γ΄ ενικό πρόσωπο
deluges
ενεστώτα μετοχή
deluging
απλός αόριστος
deluged
παθητική μετοχή
deluged
Παραδείγματα
The streets were deluged after the drainage system failed.
Οι δρόμοι πλημμύρισαν μετά την αποτυχία του αποχετευτικού συστήματος.
02
πλημμυρίζω, κατακλύζω
to overwhelm someone or something with an excessive amount of tasks, messages, or demands
Παραδείγματα
Teachers are often deluged with administrative duties in addition to teaching.
Οι δάσκαλοι συχνά πλημμυρίζονται από διοικητικά καθήκοντα εκτός από τη διδασκαλία.



























