delusionship
de
di
lu
ˈlu:
loo
sion
ʒən
zhēn
ship
ʃɪp
ship

Ορισμός και σημασία του "delusionship"στα αγγλικά

01

παραισθησιακή σχέση, χιμαιρική σχέση

a relationship where one or both people hold unrealistic or overly idealistic beliefs about it 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
delusionships
Παραδείγματα
They've been dating for months, but it's basically a delusionship. 

Βγαίνουν για μήνες, αλλά είναι βασικά μια ψευδαισθησιακή σχέση.

Λεξικό Δέντρο

delusionship
delusion
delus
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store