Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Delusionship
01
παραισθησιακή σχέση, χιμαιρική σχέση
a relationship where one or both people hold unrealistic or overly idealistic beliefs about it
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
delusionships
Παραδείγματα
She admitted it was a delusionship and finally ended it.
Παραδέχτηκε ότι ήταν μια delusionship και τελικά την τερμάτισε.
Λεξικό Δέντρο
delusionship
delusion
delus



























