dejected
de
ντι
jec
ˈʤɛk
τζεκ
ted
tɪd
τιντ
detecteddepicted

Ορισμός και σημασία του "dejected"στα αγγλικά

01

κατηφής, αποθαρρυμένος

feeling downcast, discouraged, or in low spirits 
dejected definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dejected
συγκριτικός βαθμός
more dejected
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, mood, psychology
Παραδείγματα
His dejected expression revealed the disappointment of not getting the promotion. 

Η κατηφής έκφρασή του αποκάλυψε την απογοήτευση για μη λήψη προαγωγής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

dejectedly
dejectedness
dejected
deject
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store