dejected
Pronunciation
/dɪˈdʒɛktɪd/

Ορισμός και σημασία του "dejected"στα αγγλικά

01

κατηφής, αποθαρρυμένος

feeling downcast, discouraged, or in low spirits
dejected definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dejected
συγκριτικός βαθμός
more dejected
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The team looked dejected after losing the championship game in the final minutes.
Η ομάδα φαινόταν απογοητευμένη μετά την ήττα στο παιχνίδι πρωταθλήματος τα τελευταία λεπτά.

Λεξικό Δέντρο

dejectedly
dejectedness
dejected
deject
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store