deep-rooted
deep
di:p
dip
roo
ru:
roo
ted
tɪd
tid

Ορισμός και σημασία του "deep-rooted"στα αγγλικά

deep-rooted
01

βαθιά ριζωμένο, σταθερά καθιερωμένο

(of ideas, beliefs, or principles) firmly established and difficult to change 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most deep-rooted
συγκριτικός βαθμός
more deep-rooted
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
beliefs, principles, ideas
Παραδείγματα
Her deep-rooted belief in equality guided her actions throughout her life. 

Η βαθιά ριζωμένη πίστη της στην ισότητα καθοδήγησε τις πράξεις της σε όλη τη ζωή της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store