Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deep-rooted
01
βαθιά ριζωμένο, σταθερά καθιερωμένο
(of ideas, beliefs, or principles) firmly established and difficult to change
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most deep-rooted
συγκριτικός βαθμός
more deep-rooted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The community ’s traditions are deep-rooted, passed down through generations.
Οι παραδόσεις της κοινότητας είναι βαθιά ριζωμένες, που μεταβιβάζονται από γενιά σε γενιά.



























