decisive
de
di
ci
ˈsaɪ
sai
sive
sɪv
siv
derisivedelusive

Ορισμός και σημασία του "decisive"στα αγγλικά

01

καθοριστικός, αποφασιστικός

powerful enough to determine the outcome of something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most decisive
συγκριτικός βαθμός
more decisive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her decisive leadership style helped the team achieve victory. 

Το αποφασιστικό στυλ ηγεσίας της βοήθησε την ομάδα να επιτύχει τη νίκη.

02

καθοριστικός, κατηγορηματικός

leaving no uncertainty or room for debate 
Παραδείγματα
The team's decisive victory in the final match cemented their place as champions. 

Η αποφασιστική νίκη της ομάδας στον τελικό κατέστησε τη θέση τους ως πρωταθλητές.

03

αποφασιστικός, αποτελεσματικός

(of a person) able to make clear, firm decisions quickly, especially in challenging situations 

assertive

Παραδείγματα
The decisive leader quickly chose a course of action, even when faced with uncertainty. 

Ο αποφασιστικός ηγέτης επέλεξε γρήγορα μια πορεία δράσης, ακόμα και όταν αντιμετώπισε αβεβαιότητα.

04

καθοριστικός, κρίσιμος

marking or having the nature of a turning point, crisis, or critical moment 
Παραδείγματα
The battle was a decisive moment in the war. 

Η μάχη ήταν μια καθοριστική στιγμή στον πόλεμο.

Λεξικό Δέντρο

decisively
decisiveness
indecisive
decisive
decide
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store