to critique
Pronunciation
/kɹəˈtik/, /kɹɪˈtik/

Ορισμός και σημασία του "critique"στα αγγλικά

to critique
01

κριτικάρω, αναλύω

to carefully examine something in a detailed manner
Transitive: to critique sth
to critique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
critique
γ΄ ενικό πρόσωπο
critiques
ενεστώτα μετοχή
critiquing
απλός αόριστος
critiqued
παθητική μετοχή
critiqued
Παραδείγματα
The editor is critiquing the manuscript, offering suggestions for revision and improvement.
Ο συντάκτης κριτικάρει το χειρόγραφο, προσφέροντας προτάσεις για αναθεώρηση και βελτίωση.
01

κριτική

a detailed judgment of something, such as a work of art, a political idea, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
critiques
Παραδείγματα
Experts in environmental science conducted a comprehensive critique of the research findings, questioning the methodology and conclusions.
Οι ειδικοί στην περιβαλλοντική επιστήμη πραγματοποίησαν μια ολοκληρωμένη κριτική των ερευνητικών αποτελεσμάτων, αμφισβητώντας τη μεθοδολογία και τα συμπεράσματα.
02

κριτική, κριτική ανάλυση

a written work, such as an essay or article, that presents a critical assessment of a creative or scholarly work
Παραδείγματα
A critique of the exhibition was posted on the gallery's website.
Μια κριτική της έκθεσης δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο της γκαλερί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store