crispen
cris
ˈkrɪs
κρισ
pen
pən
παν
/kɹˈɪspən/

Ορισμός και σημασία του "crispen"στα αγγλικά

to crispen
01

κάνω κρουστό, ψήνω μέχρι να ροδίσει και να γίνει κρουστό

to make brown and crisp by applying heat, typically used in reference to food
to crispen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
crispen
γ΄ ενικό πρόσωπο
crispens
ενεστώτα μετοχή
crispening
απλός αόριστος
crispened
παθητική μετοχή
crispened
Παραδείγματα
To crispen the fries, she double-fried them for the perfect crunch.
Για να κάνει τραγανές τις πατάτες, τις τηγάνισε δύο φορές για την τέλεια τραγανότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store