Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Crisis
01
κρίση, κατάσταση έκτακτης ανάγκης
a period of serious difficulty or danger that requires immediate action
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crises
Παραδείγματα
Communities come together to support each other during times of crisis, offering assistance, resources, and emotional support to those affected.
Οι κοινότητες ενώνονται για να υποστηρίξουν ο ένας τον άλλον σε περιόδους κρίσης, προσφέροντας βοήθεια, πόρους και συναισθηματική στήριξη σε όσους έχουν επηρεαστεί.
1.1
κρίση, κρίσιμη κατάσταση
a situation in which one must deal with serious problems or make some important decisions



























