crisis
cri
ˈkraɪ
krai
sis
sɪs
sis
crasis

Ορισμός και σημασία του "crisis"στα αγγλικά

01

κρίση, κατάσταση έκτακτης ανάγκης

a period of serious difficulty or danger that requires immediate action 
crisis definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
crises
Παραδείγματα
During times of crisis, it's essential to remain calm and focused in order to effectively manage the situation and ensure the safety of those involved. 

Σε περιόδους κρίσης, είναι απαραίτητο να παραμένουμε ήρεμοι και συγκεντρωμένοι προκειμένου να διαχειριστούμε αποτελεσματικά την κατάσταση και να εξασφαλίσουμε την ασφάλεια των εμπλεκομένων.

1.1

κρίση, κρίσιμη κατάσταση

a situation in which one must deal with serious problems or make some important decisions 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store