Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cooperatively
01
συνεργατικά
in a manner that involves two or more parties working together supportively
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The two companies worked cooperatively to develop the new software.
Οι δύο εταιρείες εργάστηκαν συνεργατικά για την ανάπτυξη του νέου λογισμικού.
1.1
συνεργατικά
in a manner that relates to joint ownership or management by a group
Παραδείγματα
The farm is cooperatively run by local families.
Το αγρόκτημα λειτουργεί συνεργατικά από τοπικές οικογένειες.
02
συνεργατικά, με συνεργατικό τρόπο
in a helpful or compliant way, by willingly doing what is asked or required
Παραδείγματα
The witness answered questions cooperatively during the investigation.
Ο μάρτυρας απάντησε στις ερωτήσεις συνεργατικά κατά τη διάρκεια της έρευνας.
Λεξικό Δέντρο
cooperatively
operatively
...
oper



























