contumely
con
ˈkɒn
kon
tu
tju:
tyoo
me
ly
li
li

Ορισμός και σημασία του "contumely"στα αγγλικά

01

προσβολή, ύβρις

hurtful language toward an individual 
παλαιά χρήση
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

contumelious
contumely
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store