contest
con
ˈkɒn
kon
test
tɛst
test
contentcontextcongest

Ορισμός και σημασία του "contest"στα αγγλικά

01

διαγωνισμός, ανταγωνισμός

a competition in which participants compete to defeat their opponents 
contest definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
contests
Παραδείγματα
The contest for the championship title was intense and thrilling. 

Ο διαγωνισμός για τον τίτλο του πρωταθλήματος ήταν έντονος και συναρπαστικός.

02

σύγκρουση, ανταγωνισμός

a conflict or competition between rivals 
Παραδείγματα
The contest for control of the company became increasingly heated. 

Ο διαγωνισμός για τον έλεγχο της εταιρείας έγινε όλο και πιο έντονος.

to contest
01

αμφισβητώ, αντιτίθεμαι

to formally oppose or challenge a decision or a statement 
Transitive: to contest a decision or statement
to contest definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
contest
γ΄ ενικό πρόσωπο
contests
ενεστώτα μετοχή
contesting
απλός αόριστος
contested
παθητική μετοχή
contested
Παραδείγματα
She plans to contest the election results in court. 

Σχεδιάζει να αμφισβητήσει τα αποτελέσματα των εκλογών στο δικαστήριο.

02

ανταγωνίζομαι, συμμετέχω

to participate in a competition, debate, or other such events 
Intransitive: to contest in a competition | to contest for sth
to contest definition and meaning
Παραδείγματα
The athletes trained hard to contest in the upcoming track and field competition. 

Οι αθλητές προπονήθηκαν σκληρά για να αγωνιστούν στον επερχόμενο αγώνα στίβου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store