Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Contest
01
διαγωνισμός, ανταγωνισμός
a competition in which participants compete to defeat their opponents
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
contests
Παραδείγματα
The contest for the championship title was intense and thrilling.
Ο διαγωνισμός για τον τίτλο του πρωταθλήματος ήταν έντονος και συναρπαστικός.
02
σύγκρουση, ανταγωνισμός
a conflict or competition between rivals
Παραδείγματα
The contest for control of the company became increasingly heated.
Ο διαγωνισμός για τον έλεγχο της εταιρείας έγινε όλο και πιο έντονος.
to contest
01
αμφισβητώ, αντιτίθεμαι
to formally oppose or challenge a decision or a statement
Transitive: to contest a decision or statement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
contest
γ΄ ενικό πρόσωπο
contests
ενεστώτα μετοχή
contesting
απλός αόριστος
contested
παθητική μετοχή
contested
Παραδείγματα
She plans to contest the election results in court.
Σχεδιάζει να αμφισβητήσει τα αποτελέσματα των εκλογών στο δικαστήριο.
02
ανταγωνίζομαι, συμμετέχω
to participate in a competition, debate, or other such events
Intransitive: to contest in a competition | to contest for sth
Παραδείγματα
The athletes trained hard to contest in the upcoming track and field competition.
Οι αθλητές προπονήθηκαν σκληρά για να αγωνιστούν στον επερχόμενο αγώνα στίβου.
Λεξικό Δέντρο
contestable
contest



























