Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to contextualize
01
συγκροτώ το πλαίσιο, τοποθετώ σε πλαίσιο
to think about something with regard to its condition and relating information so as to understand it better
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
contextualize
γ΄ ενικό πρόσωπο
contextualizes
ενεστώτα μετοχή
contextualizing
απλός αόριστος
contextualized
παθητική μετοχή
contextualized
Παραδείγματα
The research team worked to contextualize the findings within the broader scientific debate.
Η ερευνητική ομάδα εργάστηκε για να πλαισιοποιήσει τα ευρήματα στο ευρύτερο επιστημονικό διάλογο.
Λεξικό Δέντρο
contextualize
contextual
context



























