contiguity
con
ˌkɒn
kon
ti
ti
gui
ˈgju:ɪ
gyooi
ty
ti
ti
continuity

Ορισμός και σημασία του "contiguity"στα αγγλικά

01

επαφή, άμεση εγγύτητα

the quality of extreme proximity or touching another 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

contiguity
contigu
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store