Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Contiguity
01
επαφή, άμεση εγγύτητα
the quality of extreme proximity or touching another
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
contiguity
contigu



























