Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Contentedness
01
ικανοποίηση, ευχαρίστηση
the state of being content, satisfied, and at ease with one's current situation or circumstances
Παραδείγματα
Achieving financial success was not the sole goal; he sought a deeper contentedness by balancing work with personal fulfillment.
Η επίτευξη οικονομικής επιτυχίας δεν ήταν ο μοναδικός στόχος· αναζητούσε μια βαθύτερη ικανοποίηση ισορροπώντας τη δουλειά με την προσωπική ολοκλήρωση.
Λεξικό Δέντρο
discontentedness
contentedness
contented
content



























