Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
congested
αποδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most congested
συγκριτικός βαθμός
more congested
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The congested streets during rush hour made driving through the city slow and frustrating.
Οι συμφορτημένες οδοί κατά τις ώρες αιχμής έκαναν την οδήγηση μέσα στην πόλη αργή και απογοητευτική.
02
συμφραγμένος, φραγμένος
used to describe a condition in which there is an abnormal accumulation of blood in a specific area, usually due to blockages or poor circulation, leading to swelling, pain, or other associated symptoms
Λεξικό Δέντρο
congested
congest



























