Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Congestion
01
συμφόρηση, μποτιλιάρισμα
a state of being overcrowded or blocked, particularly in a street or road
Παραδείγματα
There was heavy congestion on the highway during rush hour.
Υπήρχε μεγάλη συμφόρηση στην εθνική οδό κατά τις ώρες αιχμής.
02
συμφόρηση, πρήξιμο
a condition where an excess amount of blood or other fluid accumulates in a part of the body, leading to swelling or discomfort
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
congestions
Παραδείγματα
Nasal congestion made it difficult for him to breathe comfortably, especially at night.
Η υπερπλήρωση της μύτης του δυσκόλεψε την αναπνοή του, ειδικά τη νύχτα.
Λεξικό Δέντρο
congestion
congest



























