conglomerate
cong
kəng
kēng
lo
ˈlɒ
lo
me
rate
ˌreɪt
reit

Ορισμός και σημασία του "conglomerate"στα αγγλικά

01

κογκλομέρατο, ομάδα εταιρειών

a corporation formed by merging different firms or businesses 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
conglomerates
Παραδείγματα
The conglomerate expanded its operations by acquiring companies in various industries such as technology, healthcare, and consumer goods. 

Ο κογκλομεράτος επέκτεινε τις δραστηριότητές του με την απόκτηση εταιρειών σε διάφορους κλάδους όπως η τεχνολογία, η υγειονομική περίθαλψη και τα καταναλωτικά αγαθά.

02

κογγλομέρα, βρέτσια

a coarse-grained sedimentary rock made up of rounded pebbles, stones, or other fragments cemented together 
Παραδείγματα
Geologists discovered a layer of conglomerate beneath the riverbed. 

Οι γεωλόγοι ανακάλυψαν ένα στρώμα κροκαλοπαγούς κάτω από το πυθμένα του ποταμού.

to conglomerate
01

συγκεντρώνομαι, συμπυκνώνομαι

to collect, combine, or cluster separate things into one body or unit 
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
conglomerate
γ΄ ενικό πρόσωπο
conglomerates
ενεστώτα μετοχή
conglomerating
απλός αόριστος
conglomerated
παθητική μετοχή
conglomerated
Παραδείγματα
Clouds conglomerated over the horizon before the storm. 

Τα σύννεφα συγκεντρώθηκαν πάνω από τον ορίζοντα πριν από τη θύελλα.

conglomerate
01

ετερογενής, συγκροτημένος

made up of different, diverse, or heterogeneous elements gathered together 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most conglomerate
συγκριτικός βαθμός
more conglomerate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The exhibition displayed a conglomerate collection of ancient artifacts. 

Η έκθεση παρουσίασε μια συγκροτημένη συλλογή αρχαίων τεχνεργασιών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store