Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Conglomerate
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
conglomerates
Παραδείγματα
The conglomerate expanded its operations by acquiring companies in various industries such as technology, healthcare, and consumer goods.
Ο κογκλομεράτος επέκτεινε τις δραστηριότητές του με την απόκτηση εταιρειών σε διάφορους κλάδους όπως η τεχνολογία, η υγειονομική περίθαλψη και τα καταναλωτικά αγαθά.
02
κογγλομέρα, βρέτσια
a coarse-grained sedimentary rock made up of rounded pebbles, stones, or other fragments cemented together
Παραδείγματα
Geologists discovered a layer of conglomerate beneath the riverbed.
Οι γεωλόγοι ανακάλυψαν ένα στρώμα κροκαλοπαγούς κάτω από το πυθμένα του ποταμού.
to conglomerate
01
συγκεντρώνομαι, συμπυκνώνομαι
to collect, combine, or cluster separate things into one body or unit
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
conglomerate
γ΄ ενικό πρόσωπο
conglomerates
ενεστώτα μετοχή
conglomerating
απλός αόριστος
conglomerated
παθητική μετοχή
conglomerated
Παραδείγματα
Clouds conglomerated over the horizon before the storm.
Τα σύννεφα συγκεντρώθηκαν πάνω από τον ορίζοντα πριν από τη θύελλα.
conglomerate
01
ετερογενής, συγκροτημένος
made up of different, diverse, or heterogeneous elements gathered together
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most conglomerate
συγκριτικός βαθμός
more conglomerate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The exhibition displayed a conglomerate collection of ancient artifacts.
Η έκθεση παρουσίασε μια συγκροτημένη συλλογή αρχαίων τεχνεργασιών.



























