Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Conglomerate
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
conglomerates
Παραδείγματα
Shareholders expressed concerns about the conglomerate's complex corporate structure and urged management to streamline operations for better efficiency.
Οι μέτοχοι εξέφρασαν ανησυχίες για τη σύνθετη εταιρική δομή του κογκλομεράτου και ζήτησαν από τη διοίκηση να απλοποιήσει τις λειτουργίες για καλύτερη αποτελεσματικότητα.
02
κογγλομέρα, βρέτσια
a coarse-grained sedimentary rock made up of rounded pebbles, stones, or other fragments cemented together
Παραδείγματα
Conglomerate formations are common in mountainous regions.
Οι σχηματισμοί κροκαλοπαγών είναι συνηθισμένοι σε ορεινές περιοχές.
to conglomerate
01
συγκεντρώνομαι, συμπυκνώνομαι
to collect, combine, or cluster separate things into one body or unit
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
conglomerate
γ΄ ενικό πρόσωπο
conglomerates
ενεστώτα μετοχή
conglomerating
απλός αόριστος
conglomerated
παθητική μετοχή
conglomerated
Παραδείγματα
Dust particles conglomerate over time to form larger masses.
Τα σωματίδια σκόνης συγκεντρώνονται με το πέρασμα του χρόνου για να σχηματίσουν μεγαλύτερες μάζες.
conglomerate
01
ετερογενής, συγκροτημένος
made up of different, diverse, or heterogeneous elements gathered together
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most conglomerate
συγκριτικός βαθμός
more conglomerate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
A conglomerate culture emerged from centuries of migration.
Μια συγκροτηματική κουλτούρα προέκυψε από αιώνες μετανάστευσης.



























