concurrent
con
kən
καν
cu
ˈkʌ
κα
rrent
rənt
ραντ
recurrent

Ορισμός και σημασία του "concurrent"στα αγγλικά

concurrent
01

ταυτόχρονος, συγχρονισμένος

happening or taking place at the same time 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most concurrent
συγκριτικός βαθμός
more concurrent
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
time, events, occurrence
Παραδείγματα
Several concurrent events at the festival attracted huge crowds to the downtown area. 

Αρκετές ταυτόχρονες εκδηλώσεις στο φεστιβάλ προσέλκυσαν τεράστια πλήθη στην κεντρική περιοχή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

concurrently
concurrent
concur
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store