Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to concur
01
συμφωνώ, συμπίπτω
to express agreement with a particular opinion, statement, action, etc.
Intransitive: to concur on an opinion or action
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
concur
γ΄ ενικό πρόσωπο
concurs
ενεστώτα μετοχή
concurring
απλός αόριστος
concurred
παθητική μετοχή
concurred
Παραδείγματα
As the negotiations progressed, the two parties found common ground and began to concur on key terms for the partnership.
Καθώς οι διαπραγματεύσεις προχωρούσαν, οι δύο πλευρές βρήκαν κοινό έδαφος και άρχισαν να συμφωνούν σε βασικούς όρους για τη συνεργασία.
02
συμπίπτω, συμφωνώ
to occur at the same time
Intransitive: to concur | to concur with an event
Παραδείγματα
The opening of the art exhibition concurred with the gala dinner , making it an unforgettable night for attendees.
Το άνοιγμα της έκθεσης τέχνης συνέπεσε με το γκαλά δείπνο, κάνοντας τη νύχτα αξέχαστη για τους παρευρισκομένους.
Λεξικό Δέντρο
concurrence
concurrent
concurring
concur



























