concurrency
Pronunciation
/kənkˈɜːɹənsi/

Ορισμός και σημασία του "concurrency"στα αγγλικά

01

ταυτοχρονία, συνύπαρξη

acting together, as agents or circumstances or events
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

συμφωνία, συμφωνία απόψεων

agreement of results or opinions
03

ταυτόχρονότητα, παραλληλισμός

the situation where multiple roads or routes run parallel or alongside each other
Παραδείγματα
The highway system was designed with several points of concurrency to efficiently connect major cities in the region.
Το σύστημα αυτοκινητοδρόμων σχεδιάστηκε με πολλά σημεία ταυτόχρονης λειτουργίας για να συνδέει αποτελεσματικά τις μεγάλες πόλεις της περιοχής.

Λεξικό Δέντρο

concurrency
concurrence
concur
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store