Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Concurrence
01
σύμπτωση, ταυτόχρονη εμφάνιση
the simultaneous occurrence of events or circumstances
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
concurrences
Παραδείγματα
Researchers were fascinated by the concurrence of multiple rare bird species appearing in the same region.
Οι ερευνητές γοητεύτηκαν από την σύμπτωση πολλαπλών σπάνιων ειδών πτηνών που εμφανίστηκαν στην ίδια περιοχή.
02
συμφωνία, ομοφωνία
the state of being in agreement
Παραδείγματα
The committee members all concurred on the need for stricter safety regulations.
Όλα τα μέλη της επιτροπής συμφώνησαν για την ανάγκη αυστηρότερων κανονισμών ασφαλείας.
03
σύμπτωση, ταυτόχρονη εκδήλωση
the temporal property of two things happening at the same time
04
συνεργασία
a state of cooperation
Λεξικό Δέντρο
concurrency
concurrence
concur



























