Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to compel
01
αναγκάζω, επιβάλλω
to make someone do something
Ditransitive: to compel sb to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
compel
γ΄ ενικό πρόσωπο
compels
ενεστώτα μετοχή
compelling
απλός αόριστος
compelled
παθητική μετοχή
compelled
Παραδείγματα
The convincing argument compelled her to change her stance on the issue.
Το πειστικό επιχείρημα την ανάγκασε να αλλάξει τη στάση της για το θέμα.
02
αναγκάζω, επιβάλλω
to cause something to be necessary or to make it inevitable
Transitive: to compel an action or approach
Παραδείγματα
The gravity of the situation compelled a change in our approach.
Η σοβαρότητα της κατάστασης ανάγκασε μια αλλαγή στην προσέγγισή μας.
Λεξικό Δέντρο
compelling
compel



























