compendium
com
kəm
καμ
pen
ˈpɛn
πεν
dium
diəm
ντιαμ

Ορισμός και σημασία του "compendium"στα αγγλικά

01

συνοπτική έκδοση, περίληψη

a concise collection or summary of information, typically presented in a single volume or document 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
compendiums
Παραδείγματα
The encyclopedia serves as a compendium of knowledge on various subjects, offering comprehensive information in one place. 

Η εγκυκλοπαίδεια λειτουργεί ως συνοπτική συλλογή γνώσης σε διάφορα θέματα, προσφέροντας ολοκληρωμένες πληροφορίες σε ένα μέρος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store