Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to coexist
01
συνυπάρχω
to exist together in the same location or period, without necessarily interacting
Intransitive: to coexist | to coexist with sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
coexist
γ΄ ενικό πρόσωπο
coexists
ενεστώτα μετοχή
coexisting
απλός αόριστος
coexisted
παθητική μετοχή
coexisted
Παραδείγματα
Dinosaurs and early mammals once coexisted during the Mesozoic era.
Οι δεινόσαυροι και τα πρώτα θηλαστικά κάποτε συνυπήρχαν κατά τη μεσοζωική εποχή.
02
συνυπάρχω, ζω μαζί
to live or exist together peacefully despite differences in beliefs or interests
Intransitive
Παραδείγματα
The two neighboring countries have learned to coexist despite their differences.
Οι δύο γειτονικές χώρες έχουν μάθει να συνυπάρχουν παρά τις διαφορές τους.
Λεξικό Δέντρο
coexist
exist



























