Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cohabit
01
συνυπάρχω
(typically of unmarried couples) to live together in the same residence
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
cohabit
γ΄ ενικό πρόσωπο
cohabits
ενεστώτα μετοχή
cohabiting
απλός αόριστος
cohabited
παθητική μετοχή
cohabited
Παραδείγματα
They decided to cohabit before getting married to see if they were compatible.
Αποφάσισαν να συνυπάρξουν πριν από το γάμο για να δουν αν είναι συμβατοί.
02
συνυπάρχω, ζω μαζί
to live together in the same space
Intransitive
Παραδείγματα
Various species of animals can cohabit in the same habitat without conflict.
Διάφορα είδη ζώων μπορούν να συνυπάρχουν στο ίδιο ενδιαίτημα χωρίς σύγκρουση.
03
συνυπάρχω, ζω μαζί
to exist together, often implying harmony or cooperation between different entities or groups
Intransitive
Παραδείγματα
Different religious communities have managed to cohabit in this region.
Διαφορετικές θρησκευτικές κοινότητες έχουν καταφέρει να συνυπάρξουν σε αυτήν την περιοχή.
Λεξικό Δέντρο
cohabit
habit



























